Publicitad D▼
ξεσφίγγω (v.)
Publicidad ▼
Ver también
ξεσφίγγω (v.)
↘ αποσπώμενος, κινητός ≠ σκληραίνω
ξεσφίγγω (v.)
λασκάρω; αποσυνδέω; αποσπώ; χαλαρώνω; ξεσφίγγω; χαλαρώνω κτ.[ClasseHyper.]
τεμαχίζω[Classe]
arracher (fr)[Classe]
dévisser (fr)[Classe]
αλλάζω[Hyper.]
laxation, loosening, slackening (en) - relaxation (en)[Dérivé]
χαλαρώνω[Cause]
σκληραίνω[Ant.]
Publicidad ▼
Contenido de sensagent
computado en 0,124s