Publicitad R▼
περηφάνια (n.)
Ego, Stolz, Würde, Selbstachtung, Ich
Publicidad ▼
Ver también
περηφάνια (n.)
↗ ανεξάρτητος, περήφανος, που δε δέχεται βοήθεια ≠ ταπεινοφροσύνη, ταπεινότητα
περηφάνια (n.)
grandeur des qualités morales (fr)[Classe]
pride (en)[Classe]
factotum (en)[Domaine]
SubjectiveAssessmentAttribute (en)[Domaine]
περηφάνια, υπερηφάνεια[Hyper.]
dignify, ennoble (en)[Dérivé]
περηφάνια (n.)
κεφάλι, κεφαλή, μυαλό[Hyper.]
ψυχανάλυση[Domaine]
περηφάνια (n.)
orgueil (fr)[Classe]
pride (en)[ClasseHyper.]
Publicidad ▼
Contenido de sensagent
computado en 0,046s