Publicitad R▼
ανοχή (n.)
1.η στάση κατανόησης και υπομονής που έχει κάποιος απέναντι σε κάτι δυσάρεστο και ενοχλητικό
Publicidad ▼
ανοχή (n.)
ανοχή (n.)
ανοχή (n.)
ανοχή (n.)
ανοχή (n.)
έγκριση, έπαινος, επιδοκιμασία, σύσταση[Hyper.]
connive (en)[Dérivé]
δίκαιο, νομοθεσία, νόμοι, νόμος[Domaine]
Publicidad ▼
Contenido de sensagent
computado en 0,390s