Publicitad R▼
δίνη (n.)
1.περιστροφική κίνηση νερού ή ανέμου, που οφείλεται συνήθως στη συνάντηση αντίθετων ρευμάτων
Publicidad ▼
δίνη (n.)
Publicidad ▼
δίνη (n.)
δίνη (n.)
κίνηση[Hyper.]
στροβιλίζομαι, στροβιλίζω - tumble, whirl around (en) - στριφογυρίζω, στριφογυρνώ[Dérivé]
δίνη (n.)
ρεύμα, ρεύμα νερού ή αέρα[Hyper.]
στροβιλίζομαι, στροβιλίζω[Dérivé]
Contenido de sensagent
computado en 0,390s