Publicitad E▼
εξαντλούμαι
έχω έλλειψη, έχω έλλειψη από κτ., δεν έχω, δεν έχω αρκετό, δεν επαρκώ, είμαι στριμωγμένος, μου τελειώνει κτ., ξεραίνομαι, στερεύω, τελειώνω, φτάνω στο τέλος
εξαντλούμαι (v.)
Publicidad ▼
Ver también
εξαντλούμαι
s'essouffler (fr)[Classe]
devenir plus faible que (fr)[ClasseParExt.]
αμελώ, αμελώ να κάνω κτ., παραμελώ[Hyper.]
choker (en)[Dérivé]
εξαντλούμαι
εκφυλίζομαι, επιδεινώνομαι, ξεπέφτω, χειροτερεύω[Hyper.]
απώλεια[Dérivé]
εξαντλούμαι
se vider (fr)[Classe]
se terminer, se finir (fr)[Classe]
παύω, σταματώ, τελειώνω[Hyper.]
ξοδεύομαι, χρησιμοποιούμαι[Domaine]
εξαντλούμαι
εξαντλώ, καταναλίσκω, μειώνω, ξοδεύω, χρησιμοποιώ[Hyper.]
run out (en)[Domaine]
εξαντλούμαι (v.)
être en un volume faible (défav.) (fr)[ClasseHyper.]
Publicidad ▼
Contenido de sensagent
computado en 0,141s